Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Κοινωνική δικαιοσύνη: άμεσο αίτημα ή διαχρονική ουτοπία;




Πηγή : Red Notebook 

Το αίτημα για δημοκρατία είναι ένα διαρκές αίτημα και μια πολιτική περιπέτεια, με χαρακτηριστική χρονική διάρκεια και αντοχή

Της Τασίας Χριστοδουλοπούλου

Από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι σήμερα, έχουν περάσει σχεδόν  δυόμισυ αιώνες. Κι όμως, τα συνθήματα της για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, συνεχίζουν να συγκινούν. Πότε  ως  ιδεολογία της ανερχόμενης τότε αστικής τάξης και ως πεδίο αντιπαράθεσης με το παλιό, πότε ως βάση στη κατάρτιση  κοινωνικών συμβολαίων, πότε ως αντίπαλο δέος στις σοσιαλιστικές ιδέες, αλλά και σχεδόν μόνιμα ως πρόσχημα  υποκριτικών  πολιτικών.

Στο  σύντομο 20ο αιώνα, για να μνημονεύσουμε και το μεγάλο μας ιστορικό Έρικ Χομσμπάουμ,  που μας άφησε πρόσφατα, η δημοκρατία και οι ελευθερίες ήταν μια διαρκής άσκηση αποφυγής και υπεκφυγής.

Παραταύτα τα αιτήματα για ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη, το αίτημα για δημοκρατία, είναι ένα διαρκές αίτημα και μια πολιτική περιπέτεια, με χαρακτηριστική  χρονική διάρκεια και αντοχή.

Αν και η αποτυχία της και η διάψευσή της είναι σχεδόν  βιωματική,  η δημοκρατία αντέχει στο χρόνο, ανεξάρτητα από την ήπειρο, το χρώμα, την καταγωγή, την κοινωνική ή θρησκευτική θέση, όσων τη διεκδικούν. Αποτελεί σημαία όλων των εξεγέρσεων σε όλα τα σημεία της γης.

Οι αρχές του διαφωτισμού και τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν μια απίστευτη ανθεκτικότητα στο χρόνο. Μάλιστα με την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού,  ανέκτησαν την αίγλη τους, έστω και ως φενάκη, αφού στο όνομα τους και για την προστασία τους, έγιναν πολεμικές επεμβάσεις στη Γιουκοσλαβία,  στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν. Όταν  ο λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μόνο διακηρυκτικός, οδηγεί σε συγκάλυψη των πραγματικών κοινωνικών σχέσεων και των πραγματικών στοχεύσεων. Επιτρέπει πλαστογραφίες και διορθώσεις, ώστε να εξανθρωπιστούν και οι πιο απάνθρωπες  πολιτικές.  Η κρίση και η χρεοκοπία των μύθων του νεοφιλελευθερισμού για το θαύμα των αγορών και την ατομική ευτυχία, υποχρέωσε τις συντηρητικές δυνάμεις να καταφύγουν σε αναπαλαίωση σχημάτων από την παρακαταθήκη της φιλελεύθερης παράδοσης.

Ιδιαίτερα μετά την κρίση, ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρουν τρόπους να πάρουν αποστάσεις  από τον κακόφημο νεοφιλελευθερισμό. Όχι τόσο βέβαια, ώστε να δεσμεύονται σε θετικές δράσεις υπέρ των κοινωνικά αδύναμων ή υπέρ της αλλαγής των θεσμών. Αλλά, τόσο όσο χρειάζεται για να υιοθετηθεί, σε μια συγκυρία απίστευτης αδικίας, μια ανέξοδη διακήρυξη περί ελευθερίας και αλληλεγγύης.

Και όλα αυτά σε μια χρονική στιγμή που  η επίσημη μορφή  διακυβέρνησης είναι το κράτος έκτακτης ανάγκης, με πρακτικές βιοπολιτικής. Ένα κράτος που δεν χρειαζόμαστε τον Κάρλ Σμίτ ή τον Αγκάμπεν για να το περιγράψουμε: είναι εδώ μπροστά μας. Είναι ένα αναβαθμισμένο κράτος στην υπηρεσία της οικονομίας, που πρέπει να δρα γρήγορα στους δικούς της ρυθμούς, χωρίς τις πολυτέλειες του κοινοβουλίου, ακόμα κι αν είναι πλήρως ελεγχόμενο. Έτσι, στο όνομα πάντα «εκτάκτων αναγκών», εκδίδονται πράξεις νομοθετικού περιεχόμενου με τις οποίες λαμβάνονται σοβαρές αποφάσεις με παράκαμψη του κοινοβουλίου ή οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται με απλή απόφαση του υπουργού Οικονομικών, μέσω του Ταμείου Αξιοποίησης, χωρίς την έγκριση της βουλής.

Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται πρακτικές αποκλεισμού και πειθάρχησης της κοινωνίας. Η ποινική καταστολή αποκτά κεντρικότητα, για να τρομοκρατεί, για να φρονηματίζει και να αποκλείει τους απείθαρχους και τους περιττούς, τους μη κοινωνικά αντιπροσωπεύσιμους.

Η καταστολή ασκείται πλέον με νέους όρους, όπου ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως γυμνό σώμα, χωρίς δικαιώματα, στο έλεος της εξουσίας. Οροθετικές, μετανάστες, διαδηλωτές, με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών τους, στιγματίζονται, με την άδεια του Εισαγγελέα, χωρίς τεκμήριο αθωότητας, ως επικηρυγμένοι ληστές και οι μετανάστες αποκλεισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στο έλεος της ρατσιστικής βίας, που δρα συμπληρωματικά.

Βασανιστήρια και εξευτελισμός κάθε έννοιας ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δικαίου: το μονοπώλιο της βίας ανήκει στην εξουσία και σε όσους εκλεκτούς εκείνη το εκχωρεί, όπως οι συμμορίες της Χρυσής Αυγής, που τυγχάνουν απόλυτης προστασίας.

Σε ένα τέτοιο σταυροδρόμι απίστευτης θεσμικής και εξωθεσμικής βίας, κατάργησης της δημοκρατίας και ανάδειξης της ανομίας σε κανόνα, η επίκληση των δικαιωμάτων μπορεί να αποτελεί μια ριζοσπαστική πολιτική. Μια πολιτική που, αφού αποκρυπτογραφηθεί, οφείλει να γίνει συγκεκριμένη. 

Μπορεί να είναι ο διαφωτισμός αίτημα, ταυτότητα ή πολιτική της αριστεράς σήμερα;
Μπορεί η αριστερά να οικειοποιηθεί το περιεχόμενο του  και να υλοποιήσει την ισότητα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, χωρίς αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων;
Κι αν  τελικά η προσπάθεια της συντηρητικής παράταξης είναι μέσω του κοινωνικού νεοφιλελευθερισμού,  να επανακτήσει κάποια από τα ιστορικά  συνθήματα της, που τα μονοπωλεί σήμερα η αριστερά, η αριστερά πώς απαντά; Πρέπει να την καταγγείλει ή μήπως πρέπει κατ’ αναλογία να επανοικειοποιηθεί το σοσιαλισμό, που τόσο κακοποιήθηκε στον 20ο αιώνα;

Κι αν, ως ριζοσπαστική αριστερά, έχουμε σχεδόν συμφωνήσει ότι είναι ανιστόρητη η επιστροφή στον Κέινς, δεν είναι εξίσου ανιστόρητη η επιστροφή στο κράτος πρόνοιας και στο κράτος δικαίου, ή κάτι σαν κι αυτά - και μάλιστα χωρίς ανατροπή και σύγκρουση;

Ο καπιταλισμός καταφεύγει  στο κράτος έκτακτης ανάγκης και δια της εξαίρεσης νομοθετεί και πολιτεύεται και δια της βιοπολιτικής αποκλείει και πειθαρχεί. Το πολιτικό σύστημα εξαντλεί τις εναλλακτικές του λύσεις, αλλά πάντα με την ίδια προτεραιότητα: να διασωθεί το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας, η οικονομία σε βάρος της πολιτικής και τα κέρδη σε βάρος των αναγκών. Όπως λέει εύστοχα ο Ζίζεκ, στον 20ο αιώνα τα κομμουνιστικά κόμματα ήξεραν τι έπρεπε και τι ήθελαν να κάνουν, αλλά ανέμεναν την ωρίμανση των όρων. Σήμερα, τα αριστερά κόμματα δεν ξέρουν τι να κάνουν, αλλά δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν. Κάθε μέρα που περνάει η καταστροφή γίνεται μη αναστρέψιμη.

Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να ανοίξει -και είναι άκρως επίκαιρη- η συζήτηση για ισότητα, ελευθερία, αλληλεγγύη και κοινωνική δικαιοσύνη. Αν τα διεκδικούμε σήμερα, από μια ακραία ταξική εξουσία, μπορούμε να τα εγγυηθούμε αύριο, ως κυβέρνηση της αριστεράς, χωρίς τους αναγκαίους κοινωνικούς μετασχηματισμούς;
Πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε για τα ζητήματα αυτά με ειλικρίνεια.

Η τεχνοκρατική διαχείριση της κρίσης, λόγω της προτεραιότητας του χρέους, την οποία κι εμείς έχουμε αποδεχθεί, δεν μας έχει επιτρέψει μια σε βάθος συζήτηση πάνω σε αυτά τα επίδικα. Για να γίνει αυτό, πρέπει από σήμερα να αντιστρέψουμε τη δημόσια ατζέντα. Να αναδείξουμε στο επίκεντρο την κοινωνία και όχι το χρέος. Την  κοινωνία των αναγκών, που αυτή βρίσκεται πραγματικά σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Κι έτσι, να θέσουμε σε προτεραιότητα την κοινωνία και όχι την οικονομία, τις ανάγκες και όχι το κέρδος, το συλλογικό και το δημόσιο και όχι το ατομικό και το ιδιωτικό, την κοινωνική και όχι την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα δικαιώματα και όχι τα προνόμια, τους θεσμούς και όχι τις ευκαιρίες.

Αυτοί είναι  στόχοι που μπορούν να συμπυκνωθούν και σε ένα όραμα. Όλα τα άλλα που λέμε είναι τα μέσα. Μπορεί να είναι εύστοχα ή όχι, αξιόπιστα ή λιγότερα αξιόπιστα, ρεαλιστικά ή όχι, αναγκαία ή μη, καλά ή κακά, αλλά είναι μέσα. Χρήσιμα οπωσδήποτε. Πριν από αυτά όμως, πρέπει να περιγράψουμε την κοινωνία που θέλουμε, σε τέτοιες εποχές, σαν τις σημερινές, όπου καμιά πολιτική δύναμη δεν έχει όραμα και ταυτότητα. Όπου οι καθεστωτικές δυνάμεις διαχειρίζονται το σήμερα με ορίζοντα την εκταμίευση της επόμενης δόσης,  μπορεί να είναι συγκριτικό μας πλεονέκτημα  να μιλάμε και με τους όρους ενός μέλλοντος. Να επεξεργαστούμε και να καταθέσουμε ένα όραμα που να συγκινεί, πρώτα απ’ όλα εμάς και μετά την κοινωνία.

Όταν ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ έκανε τη δική του πορεία προς το λαό των ΗΠΑ, γύριζε όλες τις πολιτείες, με το σύνθημα "έχω ένα όνειρο"- όραμα που συνέγειρε τους ανθρώπους. Αυτή την ανάγκη καλούμαστε να καλύψουμε άμεσα, ώστε να μην συνεχίσουν αυτά τα συνθήματα, όπως το σύνθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, να είναι στο χώρο της ουτοπίας...

To κείμενο αποτελεί παρέμβαση της Τασίας Χριστοδουλοπούλου στην εκδήλωση που διοργάνωσαν οι «Αναγνώσεις» και τα «Ενθέματα» της Αυγής, το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» και το Red Notebook (13.10.2012)
 

Επάγγελμα μπάτσος





Πηγή: www.rednotebook.gr
Του Ηλία Ιωακείμογλου


Σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ειδικά σώματα αστυνομικών ξυλοκοπούν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την πρώτη ύλη της εργασίας τους, δηλαδή τους διαδηλωτές, ενώ ταυτοχρόνως ως εργαζόμενοι υφίστανται μειώσεις του εισοδήματός τους, ήταν φυσικό να ανακινηθεί, στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, το ζήτημα της ταξικής θέσης των μπάτσων. Η συνηθισμένη απάντηση που δίνεται από τα περισσότερα στελέχη της Αριστεράς είναι απλή και σύντομη: Πρώτον, τα ειδικά σώματα, όπως και το σύνολο των αστυνομικών, είναι εργαζόμενοι, άρα ανήκουν και αυτοί στις εργαζόμενες τάξεις, επομένως στο μεγάλο εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς. Δεύτερον, όταν βιαιοπραγούν ακολουθούν, ως επαγγελματίες, τις οδηγίες και τις διαταγές που δέχονται από τους ιεραρχικά ανωτέρους τους.


Αυτή η απλοϊκή αντιμετώπιση του ζητήματος αποτελεί ακόμη ένα σύμπτωμα του αποχωρισμού της Αριστεράς από την μαρξιστική θεωρητική της παράδοση. Εξ όσων γνωρίζω, κανείς δεν ένοιωσε την ανάγκη, στα πλαίσια της πρόσφατης σχετικής συζήτησης να ανασύρει την ξεχασμένη μαρξιστική θεωρία των κοινωνικών τάξεων. Και όμως, πρόκειται για μια παράδοση που έχει να μας πει πολλά περισσότερα από τις απλές εμπειρικές "διαπιστώσεις", ότι οι αστυνομικοί είναι εργαζόμενοι που ενίοτε γίνονται βίαιοι επειδή ακολουθούν οδηγίες.


Καταρχήν, οι αστυνομικοί είναι μια επαγγελματική ομάδα που δεν μπορεί να οριστεί με αναφορά στις σχέσεις παραγωγής, διότι δεν συμμετέχουν στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή, στην σφαίρα της οικονομίας που παράγει προστιθέμενη αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά και δημιουργούν τις δύο βασικές μορφές εισοδήματος: τον μισθό και το κέρδος. Η επαγγελματική ομάδα των μπάτσων βρίσκεται έξω από την σφαίρα της παραγωγής: ανήκουν στις κατώτερες βαθμίδες κρατικών υπαλλήλων και συμβάλλουν, με τον τρόπο τους, στην κοινωνική αναπαραγωγή. Η αμοιβή της εργασίας τους δεν έχει καμία σχέση με την παραγωγή ούτε αξίας ούτε υπεραξίας: είναι ένα εισόδημα που τους εκχωρείται από τα φορολογικά έσοδα σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. 


Για τους λόγους αυτούς, η ταξική θέση των αστυνομικών δεν μπορεί να βρίσκεται κοντά στην βιομηχανική εργατική τάξη ή στο προλεταριάτο των υπηρεσιών. Αντιθέτως, από καθαρά οικονομική άποψη, η θέση τους είναι όμοια με όλα εκείνα τα επαγγέλματα που ανταλλάσσουν τις υπηρεσίες τους έναντι εισοδήματος χωρίς να παράγουν οικονομική αξία, δηλαδή εμπορεύματα που πωλούνται στην αγορά, πλην όμως, συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Πρόκειται για όλους τους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, τους εκπαιδευτικούς, τους στρατιωτικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό, και τους άλλους εργαζόμενους που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του συστήματος, ο καθένας με τον τρόπο του, χωρίς να παράγουν οι ίδιοι οικονομική αξία, εμπορεύματα.  


Για όλες αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες, ο οικονομικός προσδιορισμός της ταξικής θέσης είναι εξαιρετικά αδύναμος και έχει αρνητική αξία: μάς λέει κυρίως σε ποιες τάξεις δεν ανήκουν οι εργαζόμενοι στον στενό δημόσιο τομέα χωρίς να μας λέει πού ακριβώς ανήκουν. Για τον λόγο αυτό, η μαρξιστική θεωρητική παράδοση εισάγει στο σημείο τρία ακόμη κριτήρια της ταξικής θέσης: τη σχέση με το κράτος (δηλαδή την εξουσία), την σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγή, και τη σχέση με τις ιδέες (την ιδεολογία). Αυτά είναι τα κριτήρια που μπορούν να μας εξηγήσουν την ταξική διαφορά μεταξύ ενός αστυνομικού των ειδικών δυνάμεων (ενός μπάτσου δηλαδή), ενός καθηγητή του δημόσιου λυκείου, ενός γιατρού και ενός οδηγού απορριμματοφόρου του Δήμου. 


Προφανώς, ένας μπάτσος και ένας γιατρός του ΕΣΥ, έχουν διαφορετική σχέση με τον κράτος: ο δεύτερος φροντίζει τους πολίτες, με ανάθεση από το κοινωνικό κράτος, ενώ ο πρώτος υπηρετεί τον καταπιεστικό μηχανισμό του κράτους (δηλαδή της πολιτικής εξουσίας), που του έχει αναθέσει να ασκεί καταστολή και βία προκειμένου να διατηρηθεί (ή να διατηρήσει τις ισορροπίες της) η πολιτική εξουσία. Η ταξική θέση του γιατρού του ΕΣΥ ορίζεται σε σχέση με το κοινωνικό κράτος, ενώ του αστυνομικού σε σχέση με τον μηχανισμό του κράτους ως δύναμη καταστολής και καταπίεσης των "εχθρών του κράτους". 


Αυτό μας φέρνει στην ιδεολογία: Κάθε επάγγελμα, μαζί με τις θεωρητικές ή τεχνικές γνώσεις που απαιτεί η εξάσκησή του, φέρνει μαζί του και κανόνες για την ορθή χρήση τους, που πρέπει να έχει ο καθένας ανάλογα με το επάγγελμα που θα ασκήσει. Πρόκειται για πρακτικούς κανόνες δεοντολογίας, ορθής συμπεριφοράς κλπ που αντλούν την ύπαρξή τους από μιαν αντίστοιχη ιδεολογία -μιαν ιδεολογία καλλιεργημένη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, ιδιαίτερα δε από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αφού αυτός παράγει, εν πολλοίς, τα επαγγέλματα. Έτσι, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού του ΕΣΥ συνοδεύεται από κανόνες που συμπυκνώνονται στον όρκο του Ιπποκράτη, αλλά και άλλους κανόνες, που αντλούν την ύπαρξή τους από τις ανθρωπιστικές ιδεολογίες, αυτές που αναφέρονται στην "αξία" της ανθρώπινης ζωής και της υγείας, στα κοινωνικά δικαιώματα κλπ. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιατρικής ιδεολογίας και τέτοιων αντίστοιχων κανόνων, η άσκηση του επαγγέλματος του γιατρού θα ήταν αδύνατη, και κάθε γιατρός θα ήταν ελεύθερος να αποφασίζει κατά την προσωπική του αντίληψη, αυθαίρετα, για μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων ζωής και θανάτου. Αντίστοιχα, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου, δηλαδή των ειδικών σωμάτων πολιτικής καταστολής και καταπίεσης, συνοδεύεται από κανόνες (των οποίων την εφαρμογή βλέπουμε καθημερινά στους δρόμους) που αντλούν την ύπαρξή τους από την πολιτική ιδεολογία του "εσωτερικού εχθρού", δηλαδή από μια ιδεολογία διάκρισης και μίσους. Χωρίς την ύπαρξη μιας τέτοιας ιδεολογίας μίσους και των αντίστοιχων κανόνων συμπεριφοράς, η άσκηση του επαγγέλματος του μπάτσου θα ήταν αδύνατη, διότι κάθε μπάτσος θα έπρεπε να αποφασίζει καθημερινά για την ηθική νομιμότητα της αιματηρής επαγγελματικής του πρακτικής εν μέσω μιας κοινωνίας που εμφορείται, ακόμη σε μεγάλο βαθμό, από ανθρωπιστικές αξίες δικαιοσύνης, ανεκτικότητας, κοινωνικών δικαιωμάτων, ελευθερίας κλπ. 


Στην ελληνική της εκδοχή, η ιδεολογία του εσωτερικού εχθρού, που κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς του μπάτσου, είναι ιδιαίτερα ισχυρή και εμπλουτισμένη από την ίδια την ελληνική ιστορία της Εθνικοφροσύνης, ιδιαίτερα δε του εμφυλίου πολέμου: τα κομμούνια, οι αναρχικοί και οι κάθε είδους ομάδες με παρεκκλίνουσα πολιτική συμπεριφορά ως προς τις πατροπαράδοτες αξίες του Έθνους, απειλούν με διάλυση τον μεγάλο πολιτισμό των Ελλήνων, από τον Παρθενώνα μέχρι σήμερα. Είναι οι εχθροί της κοινωνίας, είναι αμετανόητοι και αποφασισμένοι, και για τον λόγο αυτό τους αξίζει κάθε είδους βίας, στα πλαίσια που ορίζει βεβαίως η αστική εξουσία -δηλαδή το Αφεντικό.


Τέτοιοι είναι οι μη οικονομικοί ταξικοί προσδιορισμοί της ομάδας των μπάτσων. Είναι αυτοί οι προσδιορισμοί που χαλυβδώνουν την θέλησή τους να ασκήσουν χωρίς αναστολές βία επάνω σε πολίτες, που διεγείρουν το ζωώδες πνεύμα τους, τους συγκροτούν σε ομάδα κρούσης και τους μετατρέπουν από επαγγελματική ομάδα σε κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε ομάδα που εμφανίζεται στην αιματηρή σκηνή της πολιτικής βίας ως ένα και μοναδικό υποκείμενο, ένα και μοναδικό πρόσωπο, με ενιαία θέληση και ομοιογενοποιημένο μίσος για τους εχθρούς του Έθνους.

Το να δουλεύεις χωρίς αφεντικό είναι απελευθέρωση



Συνέντευξη ενός από τους απεργούς της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής στο RedNotebook

Λίγες ώρες πριν από τη συναυλία αλληλεγγύης στα Προπύλαια, και μερικές μέρες πριν από τη γενική απεργία της 18ης Οκτωβρίου, το Red Notebook συνάντησε έναν από τους απεργούς της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, το εργοστάσιο της οποίας είναι κατειλημμένο εδώ και αρκετούς μήνες. Τη συνέντευξη πήραν η Αναστασία Ματσούκα και ο Νικόλας Γανιάρης.

Μπορείτε να μας περιγράψετε το καθεστώς της εργασίας στο εργοστάσιο της Βιο.Με, πριν εσείς το πάρετε στα χέρια σας; 

Καταρχάς αυτή τη στιγμή το εργοστάσιο βρίσκεται σε κατάληψη και εμείς αυτό που ζητάμε είναι να φτιαχτεί μία εργατική συνεταιριστική επιχείρηση. Ζητάμε πλήρη εργατικό έλεγχο και στην παραγωγή και στη διοίκηση.

Το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχαμε προβλήματα. Η εργοδοσία άρχισε να μην πληρώνει και να κόβει επιδόματα. Αλλά η κατάσταση ήταν χειρότερη και για την επιχείρηση. Εμείς βλέπαμε σαν εργαζόμενοι ότι η επιχείρηση δε θα προχωρήσει. Δεν έβλεπαν ότι μπροστά έρχονται προβλήματα και δεν έκαναν κάτι για να τα διορθώσουν.

Πότε ξεκίνησαν τα εργασιακά προβλήματα περίπου;

Τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2008. Όταν άρχισαν να περικόπτουν επιδόματα και μετά σιγά-σιγά άρχισαν να αργούν τις πληρωμές. Ώσπου φτάσαμε να έχουμε καθυστέρηση μέχρι και τέσσερις μήνες.

Η επιχείρηση σταμάτησε να είναι κερδοφόρος;

Η επιχείρηση δεν σταμάτησε να έχει κερδοφορία. Οι ισολογισμοί (μέχρι να κλείσει το εργοστάσιο πριν από 14 μήνες) ήταν όλοι με θετικό πρόσημο. Πλην τον τελευταίο του 2010, που σε αυτόν έφυγαν πολλά χρήματα από τη θυγατρική Βιο.Με. προς τη μητρική εταιρεία. Περίπου 2.700.000 ευρώ σε μορφή δανείου. Ως αποτέλεσμα εμφανίστηκε ένα παθητικό 300.000 ευρώ. Καταλαβαίνεις ότι αν είχαν τα 2.700.000 θα είχαν κέρδος.

Η εργοδοσία έχει φύγει από το εργοστάσιο;

Ναι το εργοστάσιο έχει εγκαταλειφθεί από την εργοδοσία. Ακόμη, δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που να θέλει την παλιά διοίκηση, ούτε και ότι η ίδια  θέλει να επιστρέψει.

Μπορείτε να μας περιγράψετε τη διαδικασία με την οποία εσείς πήρατε το εργοστάσιο στα χέρια σας;

Καταρχάς αποφασίσαμε ως σωματείο εργαζομένων να περάσουμε σε άλλες διαδικασίες: Δηλαδή να καταργήσουμε το κλασσικό διοικητικό συμβουλίου (Δ.Σ.), που παίρνει αποφάσεις για τους εργαζόμενους και μετά τις ανακοινώνει και να βάζουμε το κάθε ζήτημα κατευθείαν στη συνέλευση. Ώστε να έχουν την ευθύνη όλοι οι εργαζόμενοι και οι αποφάσεις να είναι από όλους τους εργαζόμενους. Οπότε άλλαξε η κουλτούρα του συνδικαλισμού, είναι μία άλλη «ρότα», όπου αποφασίζουμε όλοι μαζί.  Υπάρχει απόλυτη δημοκρατία. Αφήνουμε ελεύθερη τη διαδικασία (ίσως και καταχρηστικά ορισμένες φορές). Επιτρέπουμε να μιλήσει ο καθένας και να γίνεται διάλογος ανάμεσα σε όσους συμμετέχουν. Είναι επιλογή μας να υπάρχει ελεύθερος χρόνος για τοποθετήσεις, μέσα σε λογικά πλαίσια. Αν κάποιος πάει ας πούμε να μιλήσει μία ώρα, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα τον σταματήσουν. Σε αυτή τη συνέλευση μπήκε και το συγκεκριμένο θέμα. Φυσικά κάποιοι διαφώνησαν και αυτοί δε συνεχίζουν μαζί μας. 

Πώς έχει η κατάσταση αυτή τη στιγμή στο εργοστάσιο;

Η παραγωγή έχει σταματήσει. Δε μπορούμε να ξεκινήσουμε να παράγουμε τώρα, γιατί θα μας βγάλουν παράνομους. Θα μας βγάλουν παράνομους γιατί ο χώρος ελέγχεται από φύλακες της μητρικής εταιρείας. Αυτό που θα παράγουμε, αν ξεκινήσουμε, δε θα μπορούμε να το βγάλουμε έξω από το εργοστάσιο.  Γι΄ αυτό είμαστε στην Αθήνα τώρα, για να πάμε στο Υπουργείο εργασίας και να απαιτήσουμε να δοθεί μια λύση.

Εμείς ως εργαζόμενοι έχουμε φτιάξει ένα δικό μας πρόγραμμα παραγωγής και με βάση αυτό θα απαιτήσουμε να δοθεί μια λύση. Βασικά σημεία του δικού μας «σχεδίου» είναι: πρώτον, ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε κανέναν που να άσκησε καθήκοντα ως μέλος της προηγούμενης διοίκησης και ότι απαιτούμε τα χρέη που συσσωρεύτηκαν από την προηγούμενη διοίκηση και οι αποζημιώσεις των μελών της να τακτοποιηθούν από αυτή. Δεύτερον, ως προς τη χρηματοδότηση ζητάμε να ενταχθούμε σε ένα σχετικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα που δίνει σε όσους ανοίγουν νέα επιχείρηση (και συνεταιριστική) 23.000 ευρώ και το επίδομα του ταμείου ανεργίας. Εάν η επιδότηση αυτή δοθεί σε 65 από εμάς μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε για να χρηματοδοτήσουμε και να ξεκινήσουμε την παραγωγή. Έτσι θα μπορέσουμε να αποφύγουμε την εξάρτηση μας από τις τράπεζες. Τρίτον, ζητάμε να ενταχθούμε και σε ορισμένο νομικό πλαίσιο προκειμένου να παράγουμε νόμιμα. Το νομικό πλαίσιο που εμείς επιθυμούμε είναι η συνεταιριστική εργατική επιχείρηση. Δηλαδή, σε κάθε εργαζόμενο, όποιος και αν είναι αυτός, να ανήκει μια μετοχή και μία ψήφος στη γενική συνέλευση η οποία θα αντικαταστήσει τη διοίκηση. Εννοείται πως πρέπει να υπάρχει και διαρκής έλεγχος από τα κάτω, από όλους τους εργαζόμενους.

Τι σημαίνει για εσάς να έχετε οι ίδιοι την παραγωγή στα χέρια σας, να δουλεύετε χωρίς διευθυντικό δικαίωμα άλλων, χωρίς αφεντικό;

Πρώτα απ΄ όλα, εμείς επιθυμούμε να έχουμε όχι μόνο την παραγωγή, αλλά το σύνολο της επιχείρησης στα χέρια μας. Την παραγωγή, τη διοίκηση, τις πωλήσεις, τα πάντα. Αντιλαμβάνεστε ότι ένα τέτοιο σχέδιο περνάει σε μια άλλη διάσταση. Δεν υπάρχει εδώ. Αν το δουν οι άνεργοι, αυτοί που βρίσκονται μέσα σε παρατημένα εργοστάσια, αυτοί που είναι στην ίδια κατάσταση με μας μπορούν να κινηθούν προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Δεν έχει σημασία να το κάνουμε μόνο εμείς, σημασία έχει να δημιουργηθεί το κίνημα που θα στραφεί προς τα εκεί. Και προσωπική μου άποψη είναι πως πρέπει να αλλάξει η όλη διαδικασία της παραγωγής και της οικονομίας.

Το να δουλεύεις χωρίς αφεντικό είναι απελευθέρωση. Απελευθερώνεσαι και κάνεις τη δουλεία σου όχι γιατί γιατί σε απειλεί κάποιος με το μαστίγιο, αλλά γιατί θέλεις πραγματικά να την κάνεις. Γιατί αγαπάς να την κάνεις. Γιατί θέλεις να ζήσεις τα παιδιά σου, γιατί θέλεις να έχεις την αξιοπρέπεια σου. Είναι μεγάλη υπόθεση.

Βλέπετε διάθεση από άλλους εργαζόμενους να κάνουν κάτι ανάλογο;

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν άλλες τέτοιες προσπάθειες, ούτε τέτοια γενικευμένη διάθεση. Υπάρχουν τμήματα των εργαζομένων που το βλέπουν πολύ θετικά  και κοιτούν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά σημασία έχει να  περάσει στο σύνολο της εργατικής τάξης. Γιατί εμάς μας ενδιαφέρει να ενωθεί η εργατική τάξη, φυσικά μαζί με τις υπόλοιπες παραγωγικές τάξεις, τους φοιτητές που θα έρθουν αύριο στην παραγωγή, τους ανέργους και το σύνολο της αγωνιζόμενης κοινωνίας. 

Πηγή: RedNotebook

Παίρνουν την περιουσία των πανεπιστημίων

Τους πήραν τα αποθεματικά, τώρα τους παίρνουν και την περιουσία! Η μνημονιακή κυβέρνηση ετοιμάζεται για μια ακόμα ληστρική επιδρομή κατά της ανώτατης εκπαίδευσης. Όπως αποκάλυψε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Θεανώ Φωτίου, σε νομοσχέδιο εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, του υπουργείου Ανάπτυξης, υπάρχουν ρυθμίσεις βάσει των οποίων η ακίνητη περιουσία των πανεπιστημίων περνάει ετσιθελικά και χωρίς κανένα αντάλλαγμα στο διαβόητο Ταμείο Αξιοποίησης της Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ)!
Συγκεκριμένα στο άρθρο 5Α του σχεδίου νόμου αναφέρεται ότι «στο Ταμείο μεταβιβάζονται και περιέρχονται χωρίς αντάλλαγμα, κυριότητα ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα ή ενοχικά δικαιώματα επί ακινήτων που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται για τη στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή δημόσιων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ». Όπως όλοι γνωρίζουμε, τα Πανεπιστήμια είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου.


Έφριξε η πανεπιστημιακή κοινότητα, όταν πληροφορήθηκε τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Ο προεδρεύων της Συνόδου των Πρυτάνεων, πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, Κ. Παναγιωτάκης, έσπευσε αμέσως να ζητήσει εξηγήσεις από τον υπουργό Παιδείας, Κ. Αρβανιτόπουλο, απαιτώντας να αποσυρθεί η ρύθμιση.

Ανεπισήμως, ο υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι δεν θα συναινέσει σε τέτοια ρύθμιση, όμως δημόσια τοποθέτηση απέφυγε να κάνει, γεγονός που επιτείνει την ανησυχία της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθώς πολλάκις έχει ακούσει υποσχέσεις και άλλες τόσες φορές έχει διαψευστεί οικτρά.

Η ρύθμιση σημαίνει ότι η ακίνητη περιουσία των ιδρυμάτων, μεγάλο μέρος της οποίας είναι κληροδοτήματα, φεύγει από τα χέρια των νόμιμων ιδιοκτητών της και περνάει σε ένα Ταμείο, ο ρόλος του οποίου είναι σαφώς προσδιορισμένος: Η εκποίηση. Για να σκεφτούμε το μέγεθος αυτής της σκανδαλώδους ρύθμισης, πρέπει να επισημάνουμε ότι σειρά ιστορικών κτηρίων της πόλης, το ίδιο το συγκρότημα του Πολυτεχνείου, αποτελούν μέρος της περιουσίας των ιδρυμάτων από κληροδοτήματα. Προσοχή, πρόκειται για τα σύμβολα της πόλης. Τι θα γίνουν τα κτήρια αυτά, υπό το διαβόητο Ταμείο; Και θα κληθούν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες τους, δηλαδή τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, να τα νοικιάσουν, αν δεν ευοδωθούν άλλοι σχεδιασμοί;

Η ρύθμιση αυτή είναι αδιανόητη, δήλωσε η αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Αγγελική Δημητρακοπούλου. Αποτελεί ευθεία επίθεση σε έναν από τους βασικότερους θεσμούς.

Για πρωτοφανή επίθεση μιλάει και ο προεδρεύων της Συνόδου των πρυτάνεων και ζητάει από τον υπουργό Παιδείας να δεσμευτεί επίσημα ότι δεν θα προχωρήσει τέτοιου είδους ρύθμιση στη Βουλή. Το προεδρείο της Συνόδου των πρυτάνεων θα συναντηθεί σήμερα με τον Κ. Αρβανιτόπουλο, ενώ το Σάββατο θα υπάρξει έκτακτη Σύνοδος των Πρυτάνεων. Επίσης, το θέμα εξετάζεται και νομικά, από τους νομικούς συμβούλους των πανεπιστημίων.

Από την πλευρά τους, τα προεδρεία των Ομοσπονδιών της ανώτατης εκπαίδευσης (ΠΟΣΔΕΠ, ΟΣΕΠ-ΤΕΙ και Έλληνες ερευνητές εξέδωσαν ανακοίνωση με την οποία δηλώνουν κατηγορηματικά αντίθετα τόσο σε μεταβίβαση ίδιας περιουσίας όσο και σε μεταβίβαση της διαχείρισης της περιουσίας αυτής, από τα κατά το Σύνταγμα πλήρως αυτοδιοικούμενα Ακαδημαϊκά Ιδρύματα και από τα Ερευνητικά Κέντρα στο ΤΑΙΠΕΔ.

Ρεπορτάζ της Π. Στεφανάκου 

Πηγή: avgi.gr