Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Σοσιαλδημοκρατικές Αυταπάτες του Immanuel Wallerstein


Η Σοσιαλδημοκρατία έφτασε στο απόγειό της ιδεολογικής της ισχύος κατά την περίοδο μετά 1945,αμέσως μετά τον 2ο Π.Π. , έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Εκείνη την εποχή, αντιπροσώπευε μια ιδεολογία και ένα κίνημα που διαμορφώθηκε για τη χρήση των κρατικών πόρων, ώστε να διασφαλιστεί η ανακατανομή του πλούτου των κρατών προς την πλειοψηφία του πληθυσμού με διάφορους συγκεκριμένους τρόπους: τη διεύρυνση των εκπαιδευτικών και των υγειονομικών εγκαταστάσεων καθώς και των παρεχόμενων υπηρεσιών . Με εγγυήσεις για τη διά βίου στήριξη των εισοδημάτων μέσα από τα προγράμματα για την υποστήριξη των αναγκών των μη "οικονομικών ενεργών" ομάδων, ιδιαίτερα των παιδιών και των ηλικιωμένων, και με τα προγράμματα για την ελαχιστοποίηση της ανεργίας. Η Σοσιαλδημοκρατία υποσχόταν ένα συνεχώς καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές, ένα είδος μόνιμου επίπεδο αύξησης των εθνικών και των οικογενειακών εισοδημάτων. Αυτό ήταν που ονομαζόταν ως κράτος πρόνοιας. Ήταν μια ιδεολογία που υποστήριζε την άποψη ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να «μεταρρυθμιστεί» και να αποκτήσει ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο.


Οι σοσιαλδημοκράτες ήταν πιο ισχυροί στη Δυτική Ευρώπη, στη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου και ονομάζονταν οι Δημοκρατικοί του NewDeal) - εν ολίγοις, στις πλούσιες χώρες του κοσμοσυστήματος, αυτούς που αποτέλεσε αυτό που θα μπορούσε να αποκαλεστεί ως Πανευρωπαϊκός κόσμος. Ήταν τόσο πολύ επιτυχημένοι ώστε οι ευρισκόμενοι στα δεξιά του κέντρου πολιτικοί τους αντίπαλοι, ενσωμάτωσαν επίσης την ιδέα του κράτους πρόνοιας στα πολιτικά τους προγράμματά, προσπαθώντας απλώς να μειώσουν το κόστος και την έκταση του. Στον υπόλοιπο κόσμο, τα κράτη προσπάθησαν να ακολουθήσουν αυτήν την μόδα μέσω προγραμμάτων που ονομάστηκαν ως «οικονομικά της ανάπτυξης».

Η Σοσιαλδημοκρατία ήταν ένα πολύ επιτυχημένο πρόγραμμα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η σταθερότητα αυτών των προγραμμάτων οφείλονται σε δύο πραγματικότητες της εποχής: στην απίστευτη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία δημιούργησε τους πόρους που έκανε την αναδιανομή τους εφικτή και στην ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών στο κοσμοσύστημα, η οποία εξασφάλισε τη σχετική σταθερότητα του κοσμοσυστήματος, και κυρίως η απουσία σοβαρών βίαιων γεγονότων σε αυτή την πλούσια ζώνη.

Αυτή η ρόδινη εικόνα δεν κράτησε για πολύ. Οι δύο πραγματικότητες έλαβαν τέλος. Η παγκόσμια οικονομία σταμάτησε να επεκτείνεται (αναφέρεται στην οικονομική κρίση του 1973 την οποία την θεωρεί ως σημείο καμπής της παγκόσμιας οικονομίας) και έχει εισέλθει πλέον σε μια μακρά στασιμότητα, μέσα στην οποία ζούμε ακόμα , και οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν την μακρά, και αργή, υποχώρηση τους ως ηγεμονική δύναμη. Και οι δύο νέες πραγματικότητες έχουν επιταχυνθεί σημαντικά κατά το εικοστό πρώτο αιώνα.

Η νέα εποχή η οποία αρχίζει στη δεκαετία του 1970 είδε το τέλος της παγκόσμιας κεντρώας συναίνεσης σχετικά με τις αρετές του κράτους πρόνοιας και του κρατικού κεντρικού σχεδιασμού της « οικονομίας της ανάπτυξης». Αντικαταστάθηκε από μία νέα, πιο δεξιάς απόχρωσης ιδεολογία, που ονομάζεται ποικιλοτρόπως νεοφιλελευθερισμός ή η Συναίνεση της Ουάσιγκτον , η οποία έδινε τον πρώτο λόγο στις αγορές και όχι στις κυβερνήσεις. Το πρόγραμμα αυτό βασίζεται σε μια δήθεν νέα πραγματικότητα η οποία λέγεται «παγκοσμιοποίηση» και όπου «δεν υπήρχε εναλλακτική λύση.»( γνωστό και ως TINA–thereisnoalternative-από την γνωστή φράση της Θάτσερ)

Η εφαρμογή νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων που φάνηκαν να διατηρούν την άνοδο των ρυθμών «ανάπτυξης» στις χρηματιστηριακές αγορές, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε άνοδο παγκοσμίως των επίπεδων του χρέους, της ανεργίας και της μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων για τη μεγάλη πλειοψηφία των πληθυσμών σε όλο τον κόσμο. Παρ 'όλα αυτά, τα κόμματα που υπήρξαν οι στυλοβάτες των κεντροαριστερών σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων κινήθηκε σταθερά προς τα δεξιά, αποφεύγοντας ή μειώνοντας την υποστήριξη τους για το κράτος πρόνοιας και έχοντας αποδεχτεί την ιδέα ότι ο ρόλος των μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων έπρεπε να μειωθεί σημαντικά.

Ενώ οι αρνητικές επιπτώσεις για την πλειοψηφία των πληθυσμών έγιναν αισθητές ακόμη και στο εσωτερικό του πλούσιου Πανευρωπαϊκού κόσμου, ήταν ακόμα πιο έντονα αισθητές στον υπόλοιπο κόσμο. Τι ήταν αυτό που έπρεπε να κάνουν οι κυβερνήσεις του υπόλοιπου κόσμου ; Άρχισαν να προσπαθούν να επωφεληθούν από την σχετική οικονομική και γεωπολιτική παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών (και ευρύτερα του Πανευρωπαϊκού κόσμου), με γνώμονα την δική τους εθνική «ανάπτυξη». Χρησιμοποίησαν τη δύναμη των κρατικών μηχανισμών τους και τα πολύ χαμηλά τους κόστη τους στην παραγωγή για να καταστούν "αναδυόμενα" έθνη. Όσο πιο «αριστερή» ήταν ρητορεία τους και ακόμη και η πολιτική τους δέσμευση, τόσο περισσότερο ήταν αποφασισμένοι να στραφούν προς την «ανάπτυξη».(αποδεχόμενα σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού)

Θα δουλέψει αυτό για αυτούς, δεδομένου ότι είχε κάποτε δουλέψει για τον πανευρωπαϊκό κόσμο στη περίοδο μετά το 1945; Είναι περισσότερο από προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί , παρά τους αξιοσημείωτους ρυθμούς «ανάπτυξης» ορισμένων από τις χώρες αυτές - κυρίως, των λεγόμενων BRICs (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) - κατά τα τελευταία πέντε έως δέκα χρόνια. Γιατί υπάρχουν ορισμένες σοβαρές διαφορές μεταξύ της τρέχουσας κατάστασης στο κοσμοσύστημα και σε σχέση την περίοδο αμέσως μετά το 1945.

Πρώτον , τα πραγματικά επίπεδα στα κόστη παραγωγής, παρά τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες για τη μείωσή τους, είναι στην πραγματικότητα τώρα σημαντικά υψηλότερα από ό, τι ήταν στην περίοδο μετά το 1945, και απειλεί τις πραγματικές δυνατότητες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτό κάνει τον καπιταλισμό ως σύστημα λιγότερο ελκυστικό για τους καπιταλιστές, οι πιο διορατικοί από τους οποίους ψάχνουν για εναλλακτικούς τρόπους ,ώστε να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τα προνόμιά τους.

Δεύτερο, η ικανότητα των αναδυόμενων χώρων να αυξήσουν βραχυπρόθεσμα την ικανότητα στην απόκτηση πλούτου έχει ασκήσει μεγάλη πίεση στη διαθεσιμότητα των πόρων που είναι αναγκαίοι για την κάλυψη των αναγκών των ίδιων τους των πληθυσμών. Ως εκ τούτου, δημιουργείται μια συνεχώς ξέφρενη κούρσα για την απόκτηση γης, την πρόσβαση σε πόσιμο νερό, σε τρόφιμα και σε ενεργειακούς πόρους, η οποία δεν είναι μόνο ότι οδηγεί σε λυσσαλέους ανταγωνισμούς αλλά με τη σειρά της, επίσης, στη μείωση της παγκόσμιας δυνατότητας των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο.

Τρίτο, η τεράστια επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής έχει δημιουργήσει μια σοβαρή καταπόνηση στο παγκόσμιο οικοσύστημα, τέτοιας έκτασης που ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια κλιματική κρίση, της οποίας οι συνέπειες απειλούν την ποιότητα ζωής σε όλο τον κόσμο. Έχει δημιουργηθεί, επίσης, ένα κίνημα για την ριζική επανεξέταση των αρετών της «ανάπτυξης» και της «εξέλιξης » ως οικονομικούς στόχους. Αυτή η αυξανόμενη απαίτηση για μια διαφορετική «πολιτισμική» προοπτική είναι αυτό που ονομάζεται στη Λατινική Αμερική το κίνημα για ένα «Buen Vivir» (ένα βιώσιμο κόσμο).

Τέταρτο, τα αιτήματα των υποδεέστερων ομάδων για την συμμετοχή τους σε ικανοποιητικό βαθμό στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την πορεία του κόσμου απευθύνονται όχι μόνο σε «καπιταλιστές», αλλά και στις «αριστερές» κυβερνήσεις οι οποίες προωθούν την εθνική «ανάπτυξη».

Πέμπτο, ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων, καθώς και η ορατή μείωση της πρώην ηγεμονικής δύναμης, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα συνεχών και ριζικών διακυμάνσεων τόσο στην παγκόσμια οικονομία όσο και στην γεωπολιτική κατάσταση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να παραλύσει τόσο τους επιχειρηματίες όσο και τις κυβερνήσεις παγκόσμια. Ο βαθμός αβεβαιότητας - όχι μόνο μακροπρόθεσμα, αλλά και εξαιρετικά βραχυπρόθεσμα - έχει κλιμακωθεί σημαντικά, και μαζί με αυτό και το πραγματικό επίπεδο της βίας.

Η σοσιαλδημοκρατική λύση έχει γίνει μια αυταπάτη. Το ερώτημα είναι τι θα την αντικαταστήσει για τη συντριπτική πλειοψηφία των πληθυσμών στον κόσμο.

Immanuel Wallerstein, Σχόλιο 313, 15 Σεπτέμβρη του 2011
Απόδοση κειμένου Κάππα Γκρέκο
Αναδημοσίευση από vlepo.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου